Σκουπίδια: το μεγάλο παιχνίδι της καύσης στη Θεσσαλονίκη

sk

Διαβάστε την ανακοίνωση του δημοτικού συνδυασμού «Μένουμε Θεσσαλονίκη», όπως έφτασε στο e-Saloniki.gr:

Τα εργοστάσια καύσης απορριμμάτων προωθούνται από την συντριπτική πλειοψηφία των δημάρχων της χώρας, ως πανάκεια για την διαχείριση των σκουπιδιών. Ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης πρωτοστατεί σε αυτήν την εκστρατεία, έχει δηλώσει μάλιστα κατά το παρελθόν ότι προτίθεται να κατασκευάσει και ο Δήμος Θεσσαλονίκης την δική του μονάδα, στη Σίνδο!

Πίσω από αυτήν την λυσσαλέα προώθηση της καύσης των απορριμμάτων, σε βάρος της ανακύκλωσης οικολογικότερων, οικονομικότερων λύσεων, που συμφέρουν περισσότερο τις τοπικές κοινωνίες, κρύβεται ένα παιχνίδι μεγάλων συμφερόντων που ξεκινάει από τους περίφημους «εθνικούς» εργολάβους, και καταλήγει στην διείσδυση των Γερμανών στην τοπική αυτοδιοίκηση. Που προωθούν λυσσαλέα την καύση, γιατί θέλουν να μας πουλήσουν την παρωχημένητεχνολογία τους, και να δημιουργήσουν επενδυτικές ευκαιρίες για τις δικές τους εταιρείες –οι οποίες θα συνεργαστούν με τους γνωστούς και μη εξαιρετέους Έλληνες μεγαλοεργολάβους.

Στόχος, η παραγωγή (βρώμικης) ενέργειας η οποία θα πωλείται σε προνομιακές τιμές, επιδοτούμενη ως… πράσινη, την ίδια στιγμή που θα επιβαρύνεται το περιβάλλον, και η τσέπη των πολιτών.

 

 

Από τα υπάρχοντα δεδομένα που υπάρχουν για τον ευρύτερο Νομό της Θεσσαλονίκης (ανακοινώσεις περί προθέσεων κατασκευής μονάδων καύσης [Μαυροράχη, Αγ. Αντώνιος, ΤΙΤΑΝ, Σίνδος (;)], οργάνωση των Σταθμών Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων [βλέπε τι γίνεται στην Ευκαρπία], προσχηματική ανακύκλωση κ.ο.κ.), από όσα ανακοινώνονται για τις υπόλοιπες ενότητες της χώρας –είναι σαφές το που πάει το πράγμα:

Αυτό που προετοιμάζεται για την χώρα μας, είναι η δημιουργία ενός ολόκληρου δικτύου εργοστασίων παραγωγής ενέργειας με την καύση απορριμμάτων, τα οποία όχι μόνο θα απορροφούν τα σκουπίδια που παράγει η χώρα, αλλά καιθα εισάγουν από τις γειτονικές. Και βέβαια, τα εργοστάσια αυτά θα κατασκευαστούν με τον «παραδοσιακό τρόπο»που είθισται να γίνονται τα μεγάλα έργα στη χώρα μας. Κρατική συμμετοχή, συμμετοχή του ΕΣΠΑ και ένα μικρό μέρος της επένδυσης να επιβαρύνει πραγματικά τους ιδιώτες που καρπώνονται το αποτέλεσμα, ελάχιστο αν αναλογιστούμε το τι παιχνίδι παίζεται με τις υπερτιμολογήσεις των έργων. Όσο για την πώληση της παραγόμενης ενέργειας, θα είναι και αυτή επιδοτούμενη ως… πράσινη.

Και κερατάδες, δηλαδή, και δαρμένοι…

Κινδυνεύουμε δηλαδή να γίνουμε το «τασάκι» της Ευρώπης –κι αυτό γιατί μετά από τα μνημόνια και την μεταβολή της χώρας μας σε αποικία χρέους το περιβαλλοντικό και το εργασιακό κόστος μιας τέτοιας δραστηριότητας είναι πολύ μικρότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες. Και βέβαια, οι πολιτικές ηγεσίες είναι πολύ πιο ελεγχόμενες στη χώρα μας, και πολλάκις εκβιαζόμενες, ώστε να συμπράξουν σε αυτό το σχέδιο παρόλο που καταφανώς και κραυγαλέα θα υλοποιηθεί σε βάρος του περιβάλλοντος, της υγείας και της τσέπης του ελληνικού λαού.

Το παιχνίδι είναι, πραγματικά, τεράστιο, και οι «δουλειές» πάνε να κλείσουν στο παρασκήνιο, κρυμμένες πίσω από μια εκστρατεία παραπληροφόρησης για την τάχα «πράσινη», συμφέρουσα και αποδοτική καύση των απορριμμάτων.

Ο δημοτικός συνδυασμός «Μένουμε Θεσσαλονίκη» θα προσπαθήσει με οποιοδήποτε μέσο διαθέτει να καταστήσει το ζήτημα κεντρικό, ενημερώνοντας τους πολίτες της Θεσσαλονίκης για τούτο το τεράστιο ζήτημα. Γιατί ακριβώς πάει να περάσει στα μουλωχτά, με το άλλοθι ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά τους τεχνοκράτες, τους περιβαλλοντολόγους και τις εταιρείες –ενώ στην πραγματικότητα θα παίξει καίριο ρόλο στην ποιότητα της καθημερινότητάς μας κατά τα επόμενα χρόνια.

Γι’ αυτό θα πρέπει να ενεργοποιηθούμε και να τους σταματήσουμε. Όλοι μαζί, με τα κινήματα της πόλης που θέτουν το ζήτημα, τους φορείς ενάντια στον ΣΜΑ Ευκαρπίας, κάθε οργάνωση, κίνηση πολιτών ή ακόμα και ανένταχτους πολίτες που αντιλαμβάνονται την σημασία του ζητήματος.

Μια άλλη διαχείριση των απορριμμάτων, η δική μας οπτική

Η μείωση της παραγωγής των απορριμμάτων, η εγκατάλειψη της κουλτούρας των συσκευασιών μιας χρήσης, των εφήμερων προϊόντων και της πλαστικής συσκευασίας είναι προϋποθέσεις εκ των ουκ άνευ στην πλανητική, εθνική, και τοπική συγκυρία που ζούμε. Πολύ απλά, γιατί πρόκειται για πρακτικές που εκτοξεύουν τα περιβαλλοντικά, και οικονομικά κόστη –ενώ στη δεινή θέση που περιέρχεται η χώρα, με μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού να βρίσκονται στο χείλος της εξαθλίωσης αποτελεί και έναν τρόπο ζωής πανάκριβο και απροσπέλαστο.

Η επιδιόρθωση, επαναχρησιμοποίηση μέρους των απορριμμάτων (π.χ. έπιπλα, ξύλα, μέρος των ηλεκτρονικών συσκευών κ.ο.κ.) αποτελεί επίσης συστατικό κομμάτι μιας ορθολογικής διαχείρισης των σκουπιδιών. Υπάρχουν, εξάλλου σημαντικές συνεταιριστικές πρωτοβουλίες σε παγκόσμιο επίπεδο που αποδίδουν προς αυτήν την κατεύθυνση, έχοντας πολλαπλές ωφέλειες μια και ταυτόχρονα δημιουργούν θέσεις εργασίας, μειώνουν τον όγκο των απορριμμάτων, και άρα το κόστος διαχείρισής τους, και συμβάλλουν στην μείωση της μόλυνσης του περιβάλλοντος.

Η ανακύκλωση με διαλογή στην πηγή, στη βάση ενός αποκεντρωμένου δικτύων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων –με προτεραιότητα στις κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις αποτελεί την πιο σύγχρονη απάντηση στο πρόβλημα της διαχείρισης των σκουπιδιών. Τόσο για τις μικρές πόλεις και κοινότητες –όπου τα πλεονεκτήματα λόγω μεγέθους είναι προφανή, όσο και για τις μεγάλες πόλεις και τις εκτεταμένες μητροπολιτικές ενότητες. Κι αυτό γιατί η ανακύκλωση ως διαδικασία, ευνοεί την αποκέντρωση και δίνει την δυνατότητα στις γειτονιές και τα δημοτικά διαμερίσματα να πάρουν την πρωτοβουλία για την διαχείριση των απορριμμάτων στα χέρια τους, ενώ λύνει τα χέρια των κεντρικών διοικήσεων από προβλήματα γραφειοκρατίας και γιγαντισμού. Την ίδια στιγμή,ως δραστηριότητα η ανακύκλωση προσφέρει περισσότερες θέσεις εργασίας από την καύση (σημαντικό για την χώρα μας) και ταυτόχρονα αποτελεί ενεργειακά και οικονομικά πιο συμφέρουσα λύση από την καύση. Γιατί το περιβαλλοντικό κόστος από την λειτουργία της δεύτερης, η ενέργεια που δαπανάται για την (εν τέλει ανεπαρκή) απορρύπανση, και το κόστος που συνεπάγεται η χρήση πολυέξοδης τεχνολογίας και εγκαταστάσεων  την καθιστά εν τέλει λύση ακριβότερη από την ανακύκλωση, η οποία εκτός των άλλων (ανα)παράγει και πρώτες ύλες.

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης πρέπει να ξεκινήσει άμεσα στην εκπόνηση ενός γενικού στρατηγικού πλάνου προς αυτές τις κατευθύνσεις. Η προτεραιότητα που δίνεται στην καύση, αποτρέπει την ανάπτυξη οποιασδήποτε εναλλακτικής λύσης, γιατί τα εργοστάσια χρειάζονται σκουπίδια –κι έτσι η ανακύκλωση ή η επαναχρησιμοποίηση καθίστανται ανταγωνιστικές δραστηριότητες. Γι’ αυτό εξ άλλου, και μέχρι σήμερα δεν υπήρξε σοβαρή προσπάθεια σε ό,τι αφορά στην ανακύκλωση. Τέλος, θα πάψει άμεσα η κατασκευή-διαμόρφωση του δικτύου υποδομών (Σταθμοί Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων κ.ο.κ.) που προετοιμάζεται για να εξυπηρετήσει τις μεγάλες ιδιωτικές βιομηχανίες της καύσης και να γίνει επανα-προγραμματισμός τους, ώστε να ευνοούν την ανάπτυξη του παραπάνω μοντέλου διαχείρισης.

Η διαχείριση των σκουπιδιών, δεν είναι τεχνοκρατικό ζήτημα. Η λύση που θα δώσουμε επηρεάζει άμεσα το περιβάλλον, την ποιότητα ζωής μας, την υγεία και τις τσέπες μας. Είναι κεντρικό πολιτικό ζήτημα, και πρέπει να απαιτήσουμε τον εκδημοκρατισμό της διαδικασίας λήψεως των αποφάσεων που σχετίζονται με αυτό. Και βέβαια, δεν νοείται δημοκρατία με ψεύδη, εκστρατείες εξαπάτησης και παραπλάνησης της κοινής γνώμης πάνω στο ζήτημα.

ΠΗΓΗ: e-Saloniki.gr

Εκτύπωση Εκτύπωση e-mail e-mail